Friday, 2 January 2026

Χαουρντ Χιουζ

 

Αρνήθηκε 7,5 εκατ. δολάρια, αγόρασε το Χόλιγουντ, κατέκτησε τους αιθέρες: Ο άνθρωπος που έγινε μύθος και… εξαφανίστηκε

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2025 7:20
Wikimedia Commons

ορφανός νωρίς, κληρονόμος στα 19 και… έβαλε στόχο τον ουρανό και τον έφτασε. Η απίστευτη ζωή του Χάουαρντ Χιουζ

Νατάσα Στασινού  nstasinou@naftemporiki.gr

Παραμονή Χριστουγέννων, 1905. Στο Χιούστον του Τέξας γεννιέται ένα παιδί που μοιάζει προορισμένο να ζήσει πολλά ζωές σε μία: εφευρέτης χωρίς δίπλωμα, παραγωγός με εμμονές, πιλότος που κυνηγά τα ρεκόρ σαν να είναι προσωπική προσβολή, μεγιστάνας που μετατρέπει την τεχνολογία σε εξουσία.

Ο Χάουαρντ Χιουζ δεν γίνεται απλώς πλούσιος. Γίνεται μύθος εν ζωή — και, αργότερα, ένας μύθος που εξαφανίζεται από το ίδιο του το κάδρο.

Το παιδί που φτιάχνει μόνο του τον κόσμο του

Ο Χάουαρντ Ρόμπαρντ Χιουζ τζούνιορ μεγαλώνει ως μοναχοπαίδι. Έχει έναν πατέρα που καταλαβαίνει τη δύναμη των πατεντών και μια μητέρα που τον κρατά σφιχτά, σχεδόν ασφυκτικά, μέσα σε μια ιδέα: ότι η καθαριότητα, η τάξη, ο έλεγχος είναι το αντίδοτο στην απειλή που κρύβει ο κόσμος.

Το παιδί, όμως, κοιτά αλλού. Κοιτά τα καλώδια, τα γρανάζια, το τι συμβαίνει όταν βάζεις δύο πράγματα μαζί και φτιάχνεις ένα τρίτο. Στα έντεκα του στήνει έναν ασύρματο πομπό — μια μικρή, ιδιωτική κατάκτηση του αέρα.

Γίνεται από τους πρώτους αδειοδοτημένους ραδιοερασιτέχνες της πόλης. Φτιάχνει «μοτοποδήλατο» από εξαρτήματα μηχανής ατμού του πατέρα του και φωτογραφίζεται σαν να είναι ήδη κάτι περισσότερο από παιδί: ένας μικρός μηχανικός που δεν ζητά άδεια.

Στο σχολείο δεν λάμπει. Δεν τον ενδιαφέρει να είναι «καλός μαθητής» – τον ενδιαφέρει να είναι ο άνθρωπος που καταλαβαίνει πώς λειτουργεί ο κόσμος. Τα μαθηματικά, η μηχανική, η ιδέα της πτήσης τον απορροφούν. Και όσο μεγαλώνει τόσο πιο καθαρό γίνεται: Ο Χιουζ δεν είναι φτιαγμένος για να ακολουθεί κανόνες. Είναι φτιαγμένος για να τους γράφει.

Η κληρονομιά πέφτει στα χέρια του — και εκείνος δεν την αφήνει να «κάτσει»

Στα δεκαέξι χάνει τη μητέρα του. Τρία χρόνια μετά χάνει και τον πατέρα του. Το σοκ είναι διπλό: προσωπικό και επιχειρηματικό. Κληρονομεί το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας και, κυρίως, ένα εργαλείο-κλειδί: μια εταιρεία που πατά πάνω σε μία ιδιοφυή, πρακτική εφεύρεση.

Ο πατέρας του έχει κατοχυρώσει την διπλού κώνου κεφαλή γεώτρησης (roller bit), που κάνει την πετρελαϊκή γεώτρηση πιο αποτελεσματική και ανοίγει δρόμους εκεί που πριν ο βράχος κερδίζει.

Ο νεαρός Χιουζ δεν συμπεριφέρεται σαν «κληρονόμος». Δεν πουλά, δεν αράζει, δεν μπαίνει σε ρόλο βιτρίνας. Παίρνει τον έλεγχο. Και δεν αρκείται στο να κρατήσει την εταιρεία όρθια — την κάνει μηχανή παραγωγής χρήματος.

Του προσφέρουν 7,5 εκατομμύρια δολάρια για να τη δώσει και εκείνος αρνείται. Σε μια εποχή που ένα τέτοιο ποσό είναι εισιτήριο για ζωή δίχως άγχος, ο Χιουζ συμπεριφέρεται σαν να του προσφέρουν κάτι μικρότερο από αυτό που βλέπει ο ίδιος. Μέσα σε λίγο καιρό, τα κέρδη εκτινάσσονται. Η κληρονομιά δεν είναι «ασφάλεια». Είναι καύσιμο.

Και κάπου εδώ, ο Χιουζ κάνει τη μεγάλη του επιλογή: αντί να γίνει απλώς ένας πετρελαϊκός βιομήχανος, αποφασίζει να γίνει κάτι που δεν έχει ξεκάθαρο όνομα — ένας άνθρωπος που επενδύει στην υπερβολή.

Χόλιγουντ: ο μεγιστάνας που θέλει να ελέγχει και το καρέ

Το Λος Άντζελες είναι το νέο του εργαστήριο. Ο Χιουζ φτάνει με φιλοδοξία που δεν χωρά σε συμβατικά στούντιο. Χρηματοδοτεί ταινίες, παράγει, παρεμβαίνει. Όχι σαν παραγωγός «λογιστής», αλλά σαν άνθρωπος που θέλει να πιάνει την εικόνα με τα χέρια του.

Φτιάχνει έργα που φέρνουν θόρυβο: The Racket, Hell’s Angels, Scarface. Το Χόλιγουντ τον μαθαίνει ως τον παραγωγό που δεν φοβάται τα μεγάλα budgets — αλλά, μαζί, και ως τον άνθρωπο που μπορεί να γίνει εμμονικός με τη λεπτομέρεια. Δεν είναι απλώς τελειομανής. Είναι κάποιος που μοιάζει να πιστεύει πως αν ελέγξεις τα πάντα, ο κόσμος δεν θα σε προδώσει.

Αργότερα αγοράζει την RKO, ένα από τα μεγάλα στούντιο της εποχής. Και εκεί φαίνεται καθαρά ένα μοτίβο που θα επιστρέφει στη ζωή του: όταν αποκτά εξουσία, δεν την ασκεί «ομαλά». Την ασκεί σαν να είναι προσωπικό του νευρικό σύστημα. Απολύσεις, παγώματα παραγωγής, έλεγχοι, καχυποψία. Το στούντιο συρρικνώνεται, το παρασκήνιο γίνεται το κύριο έργο. Ο Χιουζ δεν ενδιαφέρεται μόνο να βγάλει ταινίες. Ενδιαφέρεται να έχει το τελικό cut σε έναν κόσμο όπου όλοι διεκδικούν τον λόγο.

Και όμως: ακόμη κι όταν το αφήγημα λέει «κινηματογράφος», ο Χιουζ ακούει κάτι άλλο. Ακούει μηχανές.

Ο αέρας είναι το πραγματικό του βασίλειο

Η αεροπορία δεν είναι χόμπι. Είναι η μεγάλη του εμμονή με πρόφαση την πρόοδο. Ιδρύει τη Hughes Aircraft. Σχεδιάζει, δοκιμάζει, πετά ο ίδιος. Στα 30s κυνηγά ρεκόρ ταχύτητας σαν να θέλει να αποδείξει ότι η ανθρώπινη βούληση μπορεί να γράψει φυσική.

Το 1935 πετά το H-1 Racer και σπάει ρεκόρ ταχύτητας σε επίπεδο αεροπλάνο ξηράς. Λίγο μετά κάνει υπερατλαντικά-διασχιστικά θαύματα, αποδεικνύοντας ότι το «μακριά» είναι περισσότερο θέμα τεχνολογίας παρά μοίρας. Το 1938 κάνει τον γύρο του κόσμου σε χρόνο που μοιάζει εξωπραγματικός για την εποχή: λιγότερο από τέσσερις μέρες. Το κάνει με πλήρωμα, με ραδιοναυτιλία, με την αίσθηση ότι αυτή η πτήση δεν είναι μόνο προσωπικός θρίαμβος — είναι διαφήμιση της αμερικανικής τεχνολογικής αυτοπεποίθησης.

Κερδίζει βραβεία, τιμές, δόξα. Κι όμως ο ίδιος δείχνει να κυνηγά κάτι πέρα από τη δημόσια επιβεβαίωση: τη στιγμή που η μηχανή υποτάσσεται στο μυαλό του.

Wikimedia Commons

Το τίμημα των συντριβών και η γέννηση του «άλλου» Χιουζ

Οι πτήσεις δεν είναι μόνο ρεκόρ. Είναι και πτώσεις. Και οι πτώσεις – σωματικές και ψυχικές – γράφουν πάνω του.

Το 1946 ένα πρωτότυπο XF-11 που πιλοτάρει συντρίβεται σε κατοικημένη περιοχή. Επιζεί σχεδόν από θαύμα, αλλά βγαίνει άλλος άνθρωπος: σπασμένα κόκαλα, εγκαύματα, χρόνια πόνος. Ο πόνος γίνεται καθημερινότητα, η καθημερινότητα γίνεται πεδίο ελέγχου. Λένε ότι από εδώ και πέρα ο Χιουζ κουβαλά όχι μόνο ουλές, αλλά και μια νέα σχέση με το σώμα του: σαν να είναι κάτι που τον προδίδει.

Την ίδια περίοδο έρχεται και το πιο θεαματικό του στοίχημα: το H-4 Hercules, το θρυλικό «Spruce Goose». Τεράστιο, φτιαγμένο από ξύλο λόγω πολεμικών περιορισμών στα στρατηγικά υλικά, μοιάζει με παραβολή: ένας άνθρωπος που θέλει να αποδείξει πως μπορεί να κάνει το αδύνατο, ακόμη κι όταν οι άλλοι του λένε ότι το project είναι παράλογο.

Το αεροπλάνο πετά μία φορά. Μόνο μία. Αλλά φτάνει.

Από αεροπορική αυτοκρατορία σε μυστικές επιχειρήσεις

Ο Χιουζ δεν θέλει απλώς αεροπλάνα. Θέλει αεροπορικές αυτοκρατορίες. Μπαίνει βαθιά στην TWA, την επεκτείνει, την οραματίζεται ως αεροπορία του μέλλοντος. Εμπλέκεται σε παραγγελίες αεροσκαφών, σε σχέδια, σε μάχες με τραπεζίτες, σε έναν κόσμο που δεν συγχωρεί την αναβλητικότητα.

Και η αναβλητικότητα, για τον Χιουζ, είναι άλλο ένα πρόσωπο του ελέγχου. Όταν δεν μπορεί να ελέγξει πλήρως, παγώνει. Διστάζει. Δίνει εντολές που μπερδεύουν. Η τελειομανία μετατρέπεται σε εμπόδιο.

Ταυτόχρονα, το όνομά του μπλέκει και σε σκοτεινότερες ιστορίες: η CIA τον χρησιμοποιεί ως «βιτρίνα» για το Project Azorian, την προσπάθεια ανάσυρσης σοβιετικού υποβρυχίου. Ο Χιουζ γίνεται το τέλειο κάλυμμα: ένας δισεκατομμυριούχος που μπορεί να κάνει τρελά projects χωρίς να φαίνεται ύποπτος.

Είναι ένα ακόμη κεφάλαιο στην ίδια αφήγηση: όταν ο Χιουζ κινείται, τα σύνορα μεταξύ ιδιωτικού και κρατικού, θεάματος και ισχύος, τεχνολογίας και πολιτικής γίνονται θολά.

Λας Βέγκας: ο ερημίτης που αλλάζει μια πόλη χωρίς να φαίνεται

Και μετά, η εξαφάνιση. Ο άνθρωπος που κάποτε γεμίζει πρωτοσέλιδα ως ορατός θρίαμβος της Αμερικής, αρχίζει να ζει σαν αόρατη σκιά.

Φτάνει στο Λας Βέγκας το 1966 και κλείνεται στο Desert Inn. Δεν θέλει να φύγει από το δωμάτιό του — οπότε αγοράζει το ξενοδοχείο. Η κίνηση είναι καθαρά χιουζική: όταν ο κόσμος απαιτεί να παίξεις με κανόνες, αγοράζεις το ταμπλό.

Από εκεί απλώνει την επιρροή του σε ξενοδοχεία, καζίνο, media. Δίνει στην πόλη μια νέα βιτρίνα. Το Βέγκας, που παλεύει με τη φήμη του «άγριου» και του οργανωμένου εγκλήματος, αποκτά σταδιακά μια πιο «εταιρική», πιο κοσμοπολίτικη εικόνα. Και ο Χιουζ, ο άνθρωπος που δεν βγαίνει στο φως, αλλάζει το φως μιας ολόκληρης πόλης.

Πίσω από τις κουρτίνες, όμως, η προσωπική του ζωή στενεύει. Οι ιδιορρυθμίες γίνονται καθημερινές ρουτίνες. Η εμμονή με τα μικρόβια, οι στοίβες από χαρτομάντιλα, οι κλειστές κουρτίνες, οι ατέλειωτες επαναλήψεις ταινιών. Ο πλούτος του δεν είναι πλέον εργαλείο ελευθερίας· είναι μηχανισμός για να χτίζει ένα περιβάλλον απόλυτου ελέγχου, όπου τίποτα δεν τον αγγίζει χωρίς άδεια.

Το τέλος: ένας μύθος τόσο πλούσιος που πεθαίνει σχεδόν μόνος

Το 1976 ο Χιουζ πεθαίνει εν πτήσει, καθ’ οδόν προς το Χιούστον. Είναι τόσο αλλαγμένος που χρειάζονται δακτυλικά αποτυπώματα για να επιβεβαιωθεί η ταυτότητά του. Η εικόνα είναι ωμή: ο άνθρωπος που κάποτε ενσαρκώνει το «αμερικανικό μέλλον» τελειώνει σαν φάντασμα του εαυτού του, χτυπημένος από χρόνια νοσήματα, απομόνωση, πιθανή κατάχρηση αναλγητικών, παρακμή.

Και μετά έρχεται η τελευταία πράξη της ζωής του, όπως πάντα, με σασπένς: η ιστορία της «Μορμόνικης Διαθήκης», ένα χειρόγραφο που εμφανίζεται και υπόσχεται δισεκατομμύρια σε οργανισμούς και πρόσωπα — και που τελικά κρίνεται πλαστό. Η περιουσία μοιράζεται σε συγγενείς. Ο μύθος συνεχίζει να τρέφεται από μύθους.

Κληρονομιά: η αντίφαση που δεν λύνεται

Αν προσπαθήσεις να «συνοψίσεις» τον Χάουαρντ Χιουζ, σκοντάφτεις. Είναι ταυτόχρονα ο άνθρωπος που σπρώχνει την αεροπορία μπροστά και ο άνθρωπος που καταρρέει πίσω από κλειστές πόρτες. Ο παραγωγός που χτίζει εικόνες και ο ερημίτης που δεν αντέχει το βλέμμα των άλλων.

Ο μεγιστάνας που κάνει το Βέγκας πιο «καθώς πρέπει» και ο άνθρωπος που ζει σε δωμάτια όπου οι κουρτίνες σαπίζουν κλειστές.

Κι όμως, κάτι μένει καθαρό: ο Χιουζ είναι η αμερικανική ιδέα της υπερβολής σε ανθρώπινη μορφή. Ένα παιδί που γεννιέται παραμονή Χριστουγέννων και μεγαλώνει πιστεύοντας ότι τίποτα δεν είναι αρκετό — ούτε η ταχύτητα, ούτε το χρήμα, ούτε η δόξα.

Και ίσως γι’ αυτό, η πιο παράξενη κληρονομιά του δεν είναι τα αεροπλάνα, οι ταινίες ή τα ξενοδοχεία. Είναι η υπενθύμιση ότι η πρόοδος, όταν γίνεται εμμονή, μπορεί να σε πάει πολύ ψηλά. Και πολύ βαθιά.


EVELIN BEREZIN

 

Έμαθε στους υπολογιστές να γράφουν λέξεις, έκανε τα αεροπλάνα να «μιλούν» μεταξύ τους. Αλλά η Wall Street της είπε «όχι», γιατί ήταν γυναίκα

Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2025 7:25 •
Computer History Museum

Ήταν μία ιδιοφυής γυναίκα – σε έναν κόσμο που δεν ήξερε πώς να το δεχτεί.

Νατάσα Στασινού  nstasinou@naftemporiki.gr

Σχεδιάζει το σύστημα που κάνει τις αεροπορικές κρατήσεις να λειτουργούν σε πραγματικό χρόνο. Εφευρίσκει τον επεξεργαστή κειμένου. Χτίζει μια τεχνολογική εταιρεία από το μηδέν.

Και όταν ζητά να μπει στο χρηματιστήριο, της λένε να παραμερίσει. Όχι επειδή δεν είναι έτοιμη. Αλλά επειδή είναι γυναίκα. Το όνομά της είναι Έβελιν Μπέρεζιν και έφυγε από τη ζωή πριν από 7 χρόνια, τον Δεκέμβριο του 2018. Αξίζει να αφηγηθούμε την ιστορία της.

Μπρονξ, Μεγάλη Ύφεση, επιστήμη

Μπρονξ, 1925. Η Έβελιν μεγαλώνει σε οικογένεια μεταναστών, μέσα στη Μεγάλη Ύφεση. Τα χρήματα λείπουν, οι ευκαιρίες ακόμη περισσότερο.

Εκείνη όμως βρίσκει καταφύγιο στους αριθμούς, στη φυσική, στην επιστημονική φαντασία που διαβάζει κρυφά στα περιοδικά του αδελφού της. Η επιστήμη δεν είναι όνειρο. Είναι διέξοδος.

Σπουδάζει φυσική στη Νέα Υόρκη. Αποφοιτά το 1945 – μία από τις ελάχιστες γυναίκες στην τάξη της. Θέλει διδακτορικό. Το πανεπιστήμιο της λέει ξεκάθαρα ότι δεν δέχεται γυναίκες στο πρόγραμμα.

Η Έβελιν δεν διαμαρτύρεται. Δεν παραιτείται. Πηγαίνει να δουλέψει.

Οι υπολογιστές πριν γίνουν «προσωπικοί»

Είναι αρχές της δεκαετίας του ’50. Οι υπολογιστές δεν είναι μηχανές γραφείου. Είναι τέρατα που γεμίζουν δωμάτια, δουλεύουν με λυχνίες, κάνουν στρατιωτικούς υπολογισμούς.

Οι περισσότεροι βλέπουν αριθμούς. Η Έβελιν βλέπει συστήματα.

Στην Underwood, όχι στα πληκτρολόγια αλλά στο ερευνητικό τμήμα υπολογιστών, μαθαίνει λογικό σχεδιασμό. Στην Teleregister, θυγατρική της Western Union, της αναθέτουν κάτι που μοιάζει αδύνατο: να λύσει το χάος των αεροπορικών κρατήσεων.

Το χάος των εισιτηρίων

Πριν από εκείνη, η κράτηση αεροπορικού εισιτηρίου είναι αναρχία. Πίνακες, καρτέλες, ανθρώπινα λάθη. Ένας πράκτορας γράφει μια θέση, ένας άλλος την πουλά ταυτόχρονα αλλού.

Η Έβελιν σχεδιάζει κάτι ριζικά νέο: ένα υπολογιστικό σύστημα πραγματικού χρόνου, με πολλούς χρήστες ταυτόχρονα, που ενημερώνεται αμέσως.

Χρησιμοποιεί τρανζίστορ αντί για λυχνίες. Χτίζει πλεονάζουσες μονάδες ώστε αν χαλάσει μία, οι άλλες να συνεχίσουν. Σκέφτεται όπως σκέφτεται το μέλλον.

Το 1962, η United Airlines εγκαθιστά το σύστημά της. Λειτουργεί αδιάλειπτα για έντεκα χρόνια. Αλλάζει για πάντα τα αεροπορικά ταξίδια.

Το όνομά της, όμως, δεν γράφεται πουθενά.

Το μοτίβο της αορατότητας και το νέο βήμα

Η επιτυχία αποδίδεται στην εταιρεία. Στην «ομάδα». Ποτέ στη γυναίκα που το σχεδίασε.

Η Έβελιν το βλέπει καθαρά. Αν συνεχίσει να δουλεύει για άλλους, θα εφευρίσκει και άλλοι θα παίρνουν τα εύσημα. Το 1968 παίρνει την πιο ριψοκίνδυνη απόφαση της ζωής της: θα ιδρύσει τη δική της εταιρεία.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’60, τα γραφεία δουλεύουν ακόμη με γραφομηχανές. Ένα λάθος σημαίνει ξαναγράψιμο. Μια αλλαγή σε πολυσέλιδο κείμενο σημαίνει χαμένες ώρες.
Η Έβελιν το θεωρεί παράλογο.

Οραματίζεται μια μηχανή που θυμάται το κείμενο, επιτρέπει αλλαγές, αποθηκεύει και ξανατυπώνει. Έναν υπολογιστή για λέξεις.

Οι ειδικοί γελούν. Οι γραμματείς, λένε, δεν θα καταλάβουν ποτέ τους υπολογιστές. Οι επιχειρήσεις δεν θα πληρώσουν. Η Έβελιν προχωρά.

Το Data Secretary

Το 1969 ιδρύει τη Redactron. Το 1971 παρουσιάζει το Data Secretary – τον πρώτο αληθινό ηλεκτρονικό επεξεργαστή κειμένου.

Μνήμη σε κασέτες. Επεξεργασία χωρίς επαναπληκτρολόγηση. Οθόνη σε μεταγενέστερες εκδόσεις. Πληκτρολόγιο οικείο.

Τα γραφεία που το αγοράζουν βλέπουν άμεσα διαφορά. Η παραγωγικότητα εκτοξεύεται. Η Redactron μεγαλώνει. Από 9 άτομα, φτάνει τα 500. Εξαγωγές σε όλο τον κόσμο.

Η Έβελιν έχει φτιάξει μια επιτυχημένη τεχνολογική εταιρεία και θέλει να τη δει να μεγαλώνει.

Η πόρτα της Wall Street

Το 1975 επιδιώκει το επόμενο βήμα: δημόσια εγγραφή. Χρήματα για ανάπτυξη. Κλίμακα.
Οι επενδυτικές τράπεζες την ακούν – και της λένε όχι.

Όχι γιατί η εταιρεία δεν είναι κερδοφόρα. Όχι γιατί το προϊόν δεν πουλά. Αλλά γιατί, της λένε κατά πρόσωπο, οι επενδυτές δεν εμπιστεύονται γυναίκα CEO. Της προτείνουν να παραδώσει τη θέση σε άνδρα. Τότε είναι διατεθειμένες να συζητήσουν. Η Έβελιν αρνείται.

Η πώληση που πονά

Χωρίς πρόσβαση στις αγορές, πουλά τη Redactron το 1976 στη Burroughs Corporation. Η συμφωνία είναι καλή οικονομικά. Αλλά χάνει τον έλεγχο του οράματός της.

Οι τεχνολογίες της συνεχίζουν να ζουν. Άλλοι τις εξελίσσουν. Άλλοι παίρνουν τη δόξα.

Η IBM, η Wang, η Xerox γίνονται συνώνυμα της επεξεργασίας κειμένου. Το όνομα της Έβελιν σβήνει από την αφήγηση.

Η αργοπορημένη δικαίωση

Για δεκαετίες, μόνο λίγοι ιστορικοί της πληροφορικής ξέρουν ποια είναι.
Μέχρι που, αργά, σχεδόν ντροπαλά, έρχεται η αναγνώριση. Τιμητικές διακρίσεις. Βραβεία. Εισαγωγή στο Computer History Museum.

Το 2018 πεθαίνει, στα 93 της. Οι νεκρολογίες γράφουν επιτέλους την αλήθεια:

«Η γυναίκα που κατασκεύασε τον πρώτο πραγματικό επεξεργαστή κειμένου».

Η κληρονομιά που δεν φαίνεται – αλλά είναι παντού

Κάθε φορά που διορθώνουμε ένα έγγραφο χωρίς να το ξαναγράψουμε.
Κάθε φορά που κλείνουμε αεροπορικό εισιτήριο online.
Χρησιμοποιούμε ιδέες που εκείνη σχεδίασε.

Η Έβελιν Μπέρεζιν δεν ήταν απλώς εφευρέτρια. Ήταν αρχιτέκτονας του σύγχρονου κόσμου.
Και αν το όνομά της χάθηκε για χρόνια, το έργο της δεν χάθηκε ποτέ.

Ήταν μία ιδιοφυής γυναίκα – σε έναν κόσμο που δεν ήξερε πώς να το δεχτεί.

Και τώρα, επιτέλους, λέμε το όνομά της δυνατά.

EVE

JOSEPH PEW

 

Μαύρος χρυσός, λευκή πίστη: Η οικογένεια που έπλασε τη χριστιανική δεξιά για να «σώσει» την Αμερική από Ρούζβελτ και Ροκφέλερ

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2025 7:18
Καθεδρικός ναός χρηματοδοτούμενους από τους Pew

Πώς μια οικογένεια πετρελαιάδων έγινε ο χρηματοδότης της χριστιανικής δεξιάς, το αντίπαλο δέος των Ροκφέλερ και η μυστική κινητήρια δύναμη πίσω από τη μετάλλαξη των Ρεπουμπλικάνων 

Νατάσα Στασινού  nstasinou@naftemporiki.gr

Σήμερα, το όνομα Pew είναι ταυτισμένο με σεβαστά ιδρύματα όπως το Pew Charitable Trusts και το Pew Research Center. Η εικόνα είναι αυτή μιας μετριοπαθούς, σοβαρής παρουσίας στον δημόσιο βίο – think tanks, ποιοτικές δημοσκοπήσεις, επιχορηγήσεις σε εκπαιδευτικά και επιστημονικά ιδρύματα.

Όμως πίσω από αυτή τη σημερινή ουδέτερη βιτρίνα, κρύβεται ένα ιστορικό φορτίο εκρηκτικό: μια οικογένεια που έριξε μαύρο χρυσό στη φωτιά της αμερικανικής πολιτικής, σφυρηλατώντας τον ιδεολογικό κορμό της σύγχρονης δεξιάς.

Σαν σήμερα, 25 Ιουλίου 1848, γεννιέται ο Τζόζεφ Νιούτον Πιου (Joseph Newton Pew), που χτίζει από το μηδέν τη Sun Oil Company – τη μετέπειτα Sunoco – για να σταθεί απέναντι στο μεγαθήριο της Standard Oil του Ροκφέλερ.

Και μαζί με τον πλούτο του, αφήνει στους γιους του κάτι ακόμα πιο δυνατό: το όραμα μιας Αμερικής που είναι ταυτόχρονα βαθιά θρησκευόμενη, σκληρά καπιταλιστική και πολεμικά αντικρατιστική.

Από το χωράφι στο διυλιστήριο

Ο Τζόζεφ μεγαλώνει σε μια αγροτική οικογένεια στο Μέρσερ της Πενσυλβάνια. Σπουδάζει, εργάζεται λίγα χρόνια ως δάσκαλος και τελικά φεύγει για το Τίτουσβιλ – το επίκεντρο της πρώτης πετρελαϊκής έκρηξης στην ιστορία των ΗΠΑ.

Εκεί ξεκινά να επενδύει σε γεωτρήσεις, αλλά το πραγματικό του χτύπημα έρχεται όταν ιδρύει την Keystone Gas Company, μετατρέποντας το φυσικό αέριο – τότε παραπροϊόν – σε πολύτιμο καύσιμο για θέρμανση και φωτισμό.

Μέχρι το 1889, τροφοδοτεί με αέριο το Πίτσμπουργκ και αγοράζει το Haymaker Gas Well, τον μεγαλύτερο εμπορικό ταμιευτήρα φυσικού αερίου στον κόσμο.

Το 1901, με την ανακάλυψη του Spindletop στο Τέξας, ο Πιου μπαίνει στην καρδιά του πετρελαίου και θεμελιώνει την Sun Oil ως ανεξάρτητη δύναμη απέναντι στο μονοπώλιο του Ροκφέλερ.

Οι γιοι που έστησαν τον μεγάλο μηχανισμό

Όταν ο Τζόζεφ πεθαίνει το 1912, τα ηνία αναλαμβάνουν οι γιοι του: ο Χάουαρντ και ο Τζόζεφ Τζούνιορ. Ο πρώτος, μορφωμένος στο Grove City College και στο MIT, είναι αποφασισμένος να κάνει τη Sun Oil κολοσσό – και το καταφέρνει.

Μέσα σε 35 χρόνια, υπό την προεδρία του, η εταιρεία πολλαπλασιάζει το μέγεθός της 40 φορές, στηρίζει δύο παγκόσμιους πολέμους με καύσιμα και αποκτά εθνική αναγνώριση.

Αλλά η μεγαλύτερη μάχη δεν είναι επιχειρηματική. Είναι ιδεολογική.

Οι Πιου βλέπουν το New Deal του Ρούζβελτ ως εφιάλτη. Θεωρούν ότι το κράτος εισβάλλει στην ελεύθερη αγορά, καταστρέφει τον ανταγωνισμό και στραγγαλίζει τον χριστιανικό τρόπο ζωής.

Αποφασίζουν να αντιδράσουν. Οργανώνουν συνέδρια, χρηματοδοτούν συντηρητικά ΜΜΕ, χτίζουν δίκτυα επιρροής στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Από τη ραδιοφωνική εκπομπή Three Star Extra ως τη χρηματοδότηση της εφημερίδας National Review του William F. Buckley Jr., τα αδέρφια Πιου διαμορφώνουν το νέο συντηρητικό αφήγημα.

Αντιπαθούν τους μετριοπαθείς του κόμματός τους – απορρίπτουν τον υποψήφιο Γουέντελ Γουίλκι, χλευάζουν τον Νέλσον Ροκφέλερ, και στηρίζουν φανατικά τον Μπάρι Γκολντγουότερ.

Ο στόχος τους είναι ξεκάθαρος: να μετατοπίσουν την πολιτική ατζέν

τα πιο δεξιά και να αναδείξουν μια Αμερική που παντρεύει τις χριστιανικές αξίες με τον φιλελευθερισμό της αγοράς.

Θεός, πατρίδα και πετρέλαιο

Ο Χάουαρντ Πιου δεν είναι απλώς ένας επιχειρηματίας. Είναι στρατηγός στον πόλεμο κατά του «μοντερνισμού», του κρατισμού και αυτού που ο ίδιος βλέπει ως «ηθική διάβρωση».

Χρηματοδοτεί το Christianity Today και την Εθνική Ένωση Ευαγγελιστών. Στέλνει εκατομμύρια σε χριστιανικά πανεπιστήμια, ιεραποστολές και θεολογικές σχολές. Και στην καρδιά αυτής της κινητοποίησης δεν βρίσκεται απλώς ο φόβος για τον κομμουνισμό, αλλά η πεποίθησή του ότι «η Αμερική σώζεται μόνο με πίστη και καπιταλισμό».

Το 1970, συνδιοργανώνει με τον Graham την “Honor America Day” με 350.000 κόσμο στη National Mall. Μια θριαμβευτική επίδειξη της συμμαχίας ανάμεσα στην πίστη, τον πατριωτισμό και την πολιτική – η απαρχή του σύγχρονου culture war.

Η κληρονομιά

Ο Χάουαρντ Πιου πεθαίνει το 1971, έχοντας προλάβει να δει την άνοδο της χριστιανικής δεξιάς και την ήττα του Ροκφέλερ από τον Γκολντγουότερ.

Στο γραφείο του δεσπόζουν τα πορτρέτα δύο ανδρών: του προέδρου Χούβερ και του Μπίλι Γκρέιχαμ. Το όραμά του –μια Αμερική θεοσεβούμενη, ανεξάρτητη και αγοραία– συνεχίζεται από νέους πετρελαιάδες, όπως οι Χαντ και οι Κοχ.

Το όνομα Πιου, πλέον, κοσμεί αίθουσες και ιδρύματα. Αλλά το αποτύπωμα του είναι πολύ πιο βαθύ: στη διαμόρφωση ενός νέου πολιτισμικού και πολιτικού DNA για την Αμερική – την επιστροφή του οποίου βλέπουμε και σήμερα.

Γιατί στην πραγματικότητα, η εποχή Τραμπ είναι –με όλους τους βαρβαρικούς της τόνους– η πιο καθαρή επιβεβαίωση της κληρονομιάς των Πιου.

Η χριστιανική δεξιά που εκείνοι στήριξαν με χρήμα, πίστη και οργανωτικό σχέδιο επιστρέφει, όχι με το ήθος και το ύφος του Χάουαρντ, αλλά με τον θόρυβο του MAGA πλήθους.

Ο Μάρκο Ρούμπιο, μορφωμένος, καθολικός, πολιτικά διακριτικός, μοιάζει περισσότερο με τον Πιου του ’50. Ο Τραμπ στο άλλο άκρο. Και όμως, είναι η πιο ισχυρή φωνή υπέρ του «Χριστιανισμού, της Ελευθερίας και της Ελεύθερης Αγοράς» που είχαν ευαγγελιστεί οι πετρελαιάδες του 20ού αιώνα.

JO

NETFLIX

Η startup που κανείς δεν πήρε σοβαρά: Γκρέμισε έναν κολοσσό, εισέβαλε στις οθόνες μας, άλλαξε για πάντα την ψυχαγωγία

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2025 10:12 •

Πώς γεννήθηκε (και μεγάλωσε) ένας από τους μεγαλύτερους “disruptors” στην ιστορία των μίντια και της ψυχαγωγίας

Νατάσα Στασινού  nstasinou@naftemporiki.gr

Ξεκίνησε ως ένα φιλόδοξο στοίχημα δύο επιχειρηματιών, με μια ιδέα που έμοιαζε αστεία για την εποχή: ταινίες με το ταχυδρομείο. Κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει ότι λίγα χρόνια αργότερα, η ίδια εταιρεία θα είχε ανατρέψει μια ολόκληρη βιομηχανία, θα έθαβε την πανίσχυρη Blockbuster και θα άλλαζε για πάντα τον τρόπο που καταναλώνουμε ψυχαγωγία.

Ήταν σαν σήμερα, 29 Αυγούστου 1997, όταν ο Reed Hastings και ο Marc Randolph ίδρυσαν μια μικρή εταιρεία στην Καλιφόρνια με μια απλή ιδέα: ενοικίαση DVD μέσω ταχυδρομείου.

Κανείς τότε δεν μπορούσε να φανταστεί ότι αυτή η startup θα γινόταν μέσα σε δύο δεκαετίες η μεγαλύτερη πλατφόρμα streaming στον κόσμο, επηρεάζοντας όχι μόνο τον κινηματογράφο και την τηλεόραση αλλά και ολόκληρο το επιχειρηματικό μοντέλο της ψυχαγωγίας.

Από το ταχυδρομείο στην ψηφιακή επανάσταση

Στα πρώτα της χρόνια, η Netflix στηρίχθηκε σε μια συνδρομητική υπηρεσία που έδινε στους πελάτες τη δυνατότητα να παραλαμβάνουν ταινίες σε DVD χωρίς πρόστιμα καθυστέρησης. Το μοντέλο αυτό αποδείχθηκε καινοτόμο σε μια αγορά που κυριαρχούσαν τότε οι αλυσίδες ενοικίασης, όπως η Blockbuster.

Η πραγματική επανάσταση, όμως, ήρθε το 2007 με την έναρξη της υπηρεσίας streaming. Η Netflix πέρασε από το φυσικό προϊόν στο ψηφιακό περιεχόμενο, βάζοντας τα θεμέλια για το μοντέλο “on-demand” που πλέον κυριαρχεί σε όλο τον κόσμο.

Blockbuster vs. Netflix: η μάχη της εποχής

Η άνοδος της Netflix συνδέθηκε άρρηκτα με την πτώση της Blockbuster. Η τελευταία είχε την ευκαιρία να εξαγοράσει τη Netflix το 2000 με μόλις 50 εκατ. δολάρια, αλλά απέρριψε την πρόταση.

Μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία, η Blockbuster είχε καταρρεύσει, ενώ η Netflix εξελίχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους “disruptors” στην ιστορία των media.

Η μετάβαση από την τεχνολογική πλατφόρμα στην παραγωγή πρωτότυπου περιεχομένου ήταν το επόμενο βήμα. Από το “House of Cards” μέχρι το “Stranger Things”, η Netflix επένδυσε δισεκατομμύρια σε σειρές και ταινίες, μετατρέποντας τον εαυτό της από διανομέα σε παγκόσμιο studio.

Το επιχειρηματικό της μοντέλο άλλαξε τα δεδομένα: οι μεγάλες εταιρείες παραγωγής και τα τηλεοπτικά δίκτυα αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν, γεννώντας έναν “πόλεμο streaming” που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Το μάθημα

Από μια μικρή ιδέα στις 29 Αυγούστου 1997 μέχρι έναν παγκόσμιο κολοσσό, η ιστορία της Netflix είναι ένα case study για την καινοτομία, τον ψηφιακό μετασχηματισμό και τη δύναμη του σωστού timing.

Δείχνει πώς μια startup μπορεί να διαλύσει κατεστημένα, να δημιουργήσει νέες αγορές και να αλλάξει για πάντα τον τρόπο που ζούμε την ψυχαγωγία.