«Εγώ, ο Ηράκλειτος» Όλα κυλούν. Κι εγώ, ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος, ζω μέσα σε τούτη τη φλόγα που δεν σβήνει, που αλλάζει, που γεννάται κάθε στιγμή και ποτέ δεν είναι η ίδια. Δεν ήρθα να γίνω σοφός για τους άλλους· ήρθα να σωπάσω μπροστά στον ποταμό που ποτέ δεν μπορώ να διαβώ δύο φορές. Γιατί ούτε εγώ θα είμαι ίδιος, ούτε εκείνος. Κι όμως... μέσα σε αυτή τη ροή, μέσα σε αυτή τη διάλυση, εγώ νιώθω πιο αληθινός απ’ όσους κρατιούνται σε βεβαιότητες. Είναι όλα φωτιά. Όχι μεταφορά – ουσία. Η φωτιά γεννά τα πάντα και τα επιστρέφει στον εαυτό της. Ένας κύκλος, μια ανάσα, μια μεταμόρφωση αέναη. Δεν υπάρχει γαλήνη, μόνο αρμονία ανάμεσα σε αντιθέσεις. Πόλεμος, έρις, ρήξη – κι όμως, εκεί βρίσκω το νόημα. Όπου υπάρχει στασιμότητα, υπάρχει θάνατος. Μόνο το κινούμενο ζει. Μόνο το αλλάζον έχει αλήθεια. Οι άνθρωποι κοιμούνται. Νομίζουν πως ο κόσμος είναι όπως τον βλέπουν. Αλλά ο Λόγος δεν είναι λόγος του νου· είναι Λόγος του Όλου. Δεν ερμηνεύεται – ακούγεται, όταν σιωπάς. Όταν γίνεσαι φλόγα ο ίδιος, τότε αναγνωρίζεις τη φλόγα των πάντων. Μιλούν για θεούς, αλλά δεν τους νιώθουν. Μιλούν για ηθική, αλλά δεν την ζουν. Μα εγώ... εγώ δεν καταράστηκα τη ροή. Την αγάπησα. Τη σεβάστηκα. Έσκυψα στον ποταμό όπως θα ‘σκυβε κάποιος μπροστά στον Θεό, αν υπήρχε. Αν υπάρχει. Αν Είναι. Δεν ανήκω στους δασκάλους που δίνουν απαντήσεις. Δίνω ερωτήματα που καίνε. Που δεν σβήνουν εύκολα. Που σε αναγκάζουν να κοιτάξεις μέσα σου και να μην βρεις έδαφος. Μόνο νερό. Και φωτιά. Αν μπορούσα να ξαναγεννηθώ, θα διάλεγα πάλι την έρημο της σκέψης. Δεν με ενδιέφερε ποτέ η φήμη· ήθελα να κρατήσω το φως όπως κρατάς αναμμένο λύχνο σε άνεμο. Κι αν κάποιος βρει λίγη αλήθεια στις λέξεις μου, να θυμάται: δεν είναι δική μου. Είναι του ποταμού. Είναι του Λόγου. Όλα κυλούν. Κι εγώ κυλώ μαζί τους. «Εγώ, ο Εκκλησιαστής» Εγώ, υιός του Δαβίδ, βασιλιάς εν Ιερουσαλήμ. Έζησα τα πάντα. Γεύτηκα τον πλούτο, τη σοφία, τις γυναίκες, τις δόξες και τις απολαύσεις. Κι όμως… ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης. Όχι γιατί δεν έχουν νόημα. Αλλά γιατί το νόημα δεν βρίσκεται εκεί. Υπάρχει καιρός για κάθε πράγμα κάτω από τον ουρανό. Καιρός του γεννηθήναι και καιρός του αποθανείν. Καιρός του φυτεύειν και καιρός του εκριζούν. Δεν διαφεύγεις τον καιρό σου. Δεν ξεγελάς την εποχή σου. Όλα έχουν ρυθμό, ρυθμό Θεού. Κι αν το μάθεις αυτό, τότε ζεις αληθινά. Είδα τον σοφό και τον ανόητο να πεθαίνουν το ίδιο. Είδα τον δίκαιο να υποφέρει και τον άνομο να ευημερεί. Είδα δάκρυα και αίμα να ποτίζουν τη γη, κι η γη να μένει σιωπηλή. Τότε αναρωτήθηκα: ποιο το κέρδος του ανθρώπου από όλον τον μόχθο του; Και απάντησα μέσα μου: να φοβάσαι τον Θεό και να τηρείς τις εντολές Του. Αυτό είναι το παν του ανθρώπου. Όχι για να σωθείς από τιμωρία. Αλλά γιατί εκεί, στη σχέση με τον Δημιουργό, βρίσκει ανάπαυση η ψυχή. Εκεί, και μόνο εκεί, παύει η ματαιότητα. Γιατί ο Θεός έχει βάλει αιωνιότητα στην καρδιά μας. Μα δεν μας την έχει δώσει όλη. Μόνο την γεύση της. Για να Τον αναζητούμε. Αν μπορούσα να ξαναζήσω, θα ζούσα πάλι τα ίδια. Αλλά με λιγότερη έπαρση. Με περισσότερη σιωπή. Θα άφηνα τον άνεμο να φυσήξει πάνω μου, χωρίς να προσπαθώ να τον κρατήσω. Θα δεχόμουν τον καιρό του γέλιου και τον καιρό του κλαυθμού σαν δώρα – διαφορετικά, μα εξίσου θεόσταλτα. Κι εσύ που με διαβάζεις… μη βιαστείς να γελάσεις ή να δακρύσεις. Περίμενε. Άφησε τον Θεό να σου αποκαλύψει τον καιρό σου. Γιατί όλα είναι ωραία εν καιρώ αυτών. Όλα περνούν. Όχι γιατί είναι μάταια, αλλά γιατί είναι προετοιμασία για το αιώνιο. «Ο Ηράκλειτος και ο Εκκλησιαστής συνομιλούν» – Όλα ρέουν, λέει ο Ηράκλειτος, και τίποτα δεν μένει. – Όλα έχουν τον καιρό τους, απαντώ εγώ, κι αυτός ο καιρός τα συγκρατεί. – Μα εγώ τον κόσμο τον είδα ως φλόγα, ως σύγκρουση και μεταμόρφωση. – Κι εγώ τον είδα ως κύκλο. Μια διαδοχή εποχών κάτω από το βλέμμα του Θεού. – Μα δεν υπάρχει σταθερότητα. – Υπάρχει Κάποιος που κρατά τον χρόνο. – Ποιος; Ο Λόγος; – Ο Θεός. Ο Δημιουργός. Ο Πνοήν διδούς τοις ανθρώποις. – Μα εγώ Τον έψαχνα στη φωτιά. Στη ροή. Εκεί που όλα σπάζουν για να γεννηθούν ξανά. – Κι εγώ Τον βρήκα στη σιγή. Στην αναμονή. Στον «καιρόν του αποθανείν». – Ίσως μιλούμε για τον Ίδιο, αδελφέ. Εσύ Τον είδες χωρίς Όνομα. Εγώ Τον προσκύνησα. – Μακάρι να είναι έτσι. – Είναι. – Τότε... όλα ρέουν, αλλά ο Θεός είναι η Κηρήθρα που τα κρατά. – Όλα αλλάζουν, αλλά Εκείνος μένει. – Και κάθε σταγόνα του ποταμού, έχει το δικό της καιρό. – Και κάθε καιρός, οδηγεί στην αιωνιότητα. – Τελικά, δεν ήμασταν αντίθετοι. – Ήμασταν από διαφορετικό μονοπάτι, προς τον Ίδιο Θεό. – Πες μου, Εκκλησιαστή… πότε είναι ο καιρός για να καταλάβει ο άνθρωπος; – Όταν πάψει να ρωτά και αρχίσει να σιωπά. – Τότε θα ακούσει; – Ναι. Γιατί ο Θεός μιλά στον άνεμο, στη φωτιά, και στη σιωπή. – Και τι μένει στο τέλος; – Να φοβάσαι τον Θεό. Και να Τον αγαπάς. Όλα τ’ άλλα… ρέουν. – Τότε ναι. Τα πάντα ρέουν. Μα όχι τυχαία. – Ρέουν προς Εκείνον. Κι έτσι σωπάσαμε και οι δύο. Γιατί ο καιρός της σιωπής είχε έρθει. Κι ο Θεός… ήταν εκεί. «Εγώ, που άκουσα και τους δύο» Εγώ, που δεν είμαι ούτε φιλόσοφος ούτε προφήτης, ούτε σοφός ούτε βασιλιάς — μόνο ένας άνθρωπος με καρδιά που καίει — ήμουν εκεί. Άκουσα τον Ηράκλειτο να μιλά για το ποτάμι. Είδα το βλέμμα του Εκκλησιαστή να χάνεται στον ορίζοντα του καιρού. Και μέσα μου γεννήθηκε μια ερώτηση. Όχι για το τι είναι αλήθεια. Αλλά για το πού κατοικεί ο Θεός. Γιατί αν όλα ρέουν, πού να κρατηθώ; Κι αν υπάρχει καιρός για κάθε πράγμα, πώς να μάθω τον δικό μου; Περπάτησα μέσα από τη φωτιά της αλλαγής. Άφησα να καεί ό,τι νόμιζα σταθερό. Έχασα. Πόνεσα. Κάποτε — πολύ αργά — έμαθα να περιμένω. Όχι να ελέγχω, να περιμένω. Όχι να αρπάζω το νερό, αλλά να πίνω απ’ αυτό με ευγνωμοσύνη. Ο Ηράκλειτος με έμαθε να μη φοβάμαι τη ροή. Να μην προσκολλώμαι. Να δέχομαι ότι η ζωή είναι αλλαγή, φωτιά, γέννηση μέσα από καταστροφή. Κι ο Εκκλησιαστής — εκείνος μου έμαθε τη σιγή. Να κοιτώ τον καιρό, όχι με ανυπομονησία, αλλά με αποδοχή. Ότι ο Θεός εργάζεται κρυφά, αργά, αλλά τέλεια. Κι ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο, γεννήθηκα εγώ. Όχι για να διαλέξω ποιος έχει δίκιο. Αλλά για να μάθω πως και οι δύο είναι σκαλοπάτια προς τον Λόγο. Τον Λόγο που δεν αλλάζει. Τον Λόγο που έγινε Σώμα. Που δεν ρέει, μα κατοικεί. Που δεν περιμένει τον καιρό — γίνεται ο Καιρός. Ήρθε μια στιγμή στη ζωή μου που κατάλαβα πως η σοφία δεν είναι να ξέρεις, αλλά να στέκεσαι. Να στέκεσαι εκεί που ο πόνος, ο χρόνος και η ελπίδα διασταυρώνονται. Κι εκεί — στη διασταύρωση αυτή — βρήκα Σταυρό. Τον Χριστό δεν τον συνάντησα ούτε στον ποταμό, ούτε στον κύκλο του χρόνου. Τον βρήκα στο αίμα. Στην πληγή. Εκεί που όλα σπάνε και όμως αρχίζουν ξανά. Και τότε κατάλαβα… ότι και το «πάντα ῥεῖ», και το «καιρὸς παντὶ πράγματι», γίνονται ψίθυροι όταν μιλά Εκείνος. Και μου είπε: «Δεν χρειάζεται να κρατιέσαι απ’ τον χρόνο. Κρατήσου από Μένα.» «Δεν χρειάζεται να φοβάσαι τη ροή. Εγώ είμαι η Πηγή.» Εγώ, λοιπόν, ο μάρτυρας, δεν κρατώ απαντήσεις. Μα κρατώ φωνές. Δύο φωνές. Και μία Σιωπή. Που έρχεται από τον Σταυρό. Που δεν ερμηνεύεται — μόνο αγαπιέται. Και τώρα, όταν φυσά ο άνεμος και κυλά το νερό, όταν γελά ο καιρός και θρηνεί η ζωή, εγώ θυμάμαι. Και γράφω. Όχι για να εξηγήσω, αλλά για να προσκυνήσω. Γιατί μέσα στη ροή, αναγνώρισα το Πρόσωπο που μένει. Και στον καιρό μου, ήρθε Εκείνος που είναι πέρα απ’ τον χρόνο. Κι έτσι, αναπαύομαι. Γιατί ο Λόγος — δεν αλλάζει. Δεν φεύγει. Δεν σβήνει. Ο Λόγος αγαπά. Και όπου υπάρχει Αγάπη, τίποτα δεν χάνεται. Ούτε το νερό. Ούτε ο καιρός. Ούτε εγώ. |
No comments:
Post a Comment