Thursday, 14 May 2026
ΑΓΗΣ ΒΕΡΟΥΤΗΣ
Ο ΑΓΗΣ ΒΕΡΟΥΤΗΣ ΓΡΑΦΕΙ
Πέμπτη, 14-Μαϊ-2026 00:01
Κάποιοι κατάπιαν τη γλώσσα τους
FacebookXLinkedIn
Πρόσθεσε το capital.gr ως αξιόπιστη πηγή στην Google
THE BERKELEY PARTNERSHIP
Most North York Families Haven't Noticed This Yet
Stay in the loop with the newest updates
LEARN MORE
Κάποιοι κατάπιαν τη γλώσσα τουςΤου Άγη Βερούτη
Υπήρξε για μερικές μέρες μια περίεργη ευφορία σε συγκεκριμένους κύκλους. Από αυτούς που λατρεύουν να φορολογούν οτιδήποτε κινείται, αναπνέει, επενδύει ή παράγει, αρκεί ο λογαριασμός να πηγαίνει σε κάποιον άλλον.
Ο σοσιαλιστής δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Ζοχράν Μαμντάνι, πούλησε πολιτικά την ιδέα ότι η κοινωνική του ατζέντα θα πληρωθεί από νέους φόρους ιδιοκτησίας, με το γνώριμο περιτύλιγμα ότι τον λογαριασμό θα τον σηκώσουν οι "έχοντες". Και ξαφνικά εμφανίστηκαν παντού οι χειροκροτητές.
Καμία σοβαρή ανάλυση δεν είχε γίνει για τη φοροδοτική αντοχή της πόλης. Κανείς δεν είχε υπολογίσει τι θα σημαίνει αυτή η αύξηση για επιχειρήσεις, γραφεία, επενδύσεις, μισθώσεις, θέσεις εργασίας. Σιγά μην κουραζόντουσαν τώρα. Το βασικό ήταν ότι κάποιος θα πλήρωνε. Και ευτυχώς, κατά τη γνωστή συνταγή, αυτός ο κάποιος θα ήταν ο "άλλος".
Οι γνωστές καρικατούρες της ελληνικής πολιτικής και δημόσιας συζήτησης, που θεωρούν σχεδόν ανήθικο να έχεις περιουσία, επένδυση ή επιχείρηση που δουλεύει επειδή οι ίδιοι δεν έχουν, έδωσαν ρέστα. Μίλησαν για "δίκαιη αναδιανομή", λες και τα λεφτά φυτρώνουν σε γλάστρες στο Manhattan ή αλλού, και άρχισαν να νιώθουν ότι απέκτησαν ηθικό δικαίωμα πάνω στο πορτοφόλι όποιου βγάζει παραπάνω από εκείνους.
Για λίγες ημέρες το κλίμα στα καθ’ ημάς ήταν σχεδόν πανηγυρικό. "Επιτέλους θα πληρώσουν οι πλούσιοι". "Επιτέλους μια πόλη απέναντι στους κερδοσκόπους". "Επιτέλους ένας δήμαρχος με θάρρος".
Όποιος είχε λίγη μνήμη θα θυμόταν και τη Γαλλία επί Ολάντ, όταν ο Ντεπαρντιέ έφτασε να πάρει ρωσική υπηκοότητα για να αποφύγει τους εξωπραγματικούς φόρους. Σιγά μην στέκονταν ακίνητοι οι Αμερικανοί money managers και τα real estate funds για να τους ξεπουπουλιάσει ο κάθε Μαμντάνι.
Μετά φυσικά εμφανίστηκε αμείλικτη η σκληρή πραγματικότητα. Αυτή η ενοχλητική λεπτομέρεια που χαλάει πάντα τα σοσιαλιστικά μανιφέστα.
Η αγορά άρχισε να τιμολογεί την απειλή εξόδου. Hedge funds, family offices, επιχειρήσεις ακινήτων, επενδυτές και εταιρείες άρχισαν να υπολογίζουν το κόστος και το όφελος μιας μετακίνησης εκτός Νέας Υόρκης. Όχι για κάποια μακρινή χώρα. Ούτε για κάποιο φορολογικό παράδεισο με κοκοφοίνικες. Για το New Jersey λέμε. Jersey City και Hoboken, δώδεκα λεπτά δρόμος με το PATH train. Ή μπαίνεις στο αυτοκίνητο, περνάς το Lincoln Tunnel ή το Holland Tunnel και βρίσκεσαι σε περιβάλλον που δεν σε αντιμετωπίζει σαν ΑΤΜ με γραβάτα.
Κάπου εκεί ο καλός μας σοσιαλιστής δήμαρχος Μαμντάνι άρχισε να ιδρώνει. Κρύος ιδρώτας.
Η θεωρία του "φορολογώ τους πλούσιους" ακούγεται, αλήθεια, πολύ ελκυστική και επαναστατική, ώσπου να θυμηθείς ότι οι πλούσιοι έχουν μία κακή συνήθεια: μπορούν και να φύγουν. Κι όταν φεύγουν, παίρνουν μαζί τους τις εταιρείες τους, τις θέσεις εργασίας, την κατανάλωσή τους, τους φόρους εισοδήματός τους και τις επενδύσεις τους. Παίρνουν μαζί τους το ταμείο. Εκείνο, ντε, στο οποίο οι χειροκροτητές θεωρούν ότι έχουν δικαιωματικά πρόσβαση.
Η Νέα Υόρκη δεν είναι στρατόπεδο, όπως στην παλιά ταινία του 1981 με τον Κερτ Ράσελ, την "Απόδραση από τη Νέα Υόρκη", για να κλειδώσεις τον κόσμο μέσα. Είναι μια πόλη που ζει από το κεφάλαιο, τις υπηρεσίες, τις επενδύσεις, την κατανάλωση και την οικονομική δραστηριότητα. Αν διώξεις αυτούς που πληρώνουν τον λογαριασμό, μένει σκέτος ο λογαριασμός. Τι ωραία ιδέα. Πόσο προοδευτική πια. Να τη βάλουμε σε αφίσα σαν την ταινία.
Ξαφνικά όμως, ο ίδιος δήμαρχος που παρουσιαζόταν σαν σταυροφόρος απέναντι στους "πλούσιους ιδιοκτήτες", άρχισε να τα μαζεύει. Πρώτα οι υπερβολές. Κατόπιν οι φορολογικές κορώνες. Στο τέλος η επιθετική ρητορική.
Άτακτη υποχώρηση.
Εκεί όμως έγινε το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας μας. Εξαφανίστηκαν οι Έλληνες χειροκροτητές. Μουγκάθηκαν.
Οι άνθρωποι που πριν από ελάχιστες μέρες έγραφαν με γνήσιο πασοκικό ενθουσιασμό για "ιστορική καμπή", ξαφνικά κατάπιαν τη γλώσσα τους. Σιγή ιχθύος. Ούτε εξηγήσεις, ούτε αυτοκριτική, ούτε μία μικρή παραδοχή ότι η αγορά έδειξε σε πραγματικό χρόνο τα όρια της σοσιαλιστικής τους ονείρωξης.
Όντως είναι εύκολο να παριστάνεις τον επαναστάτη με τα λεφτά των άλλων. Και να λαϊκίζεις. Το δύσκολο ξεκινάει όταν τα λεφτά των άλλων μπαίνουν στο ασανσέρ του ουρανοξύστη, κατεβαίνουν στο πάρκινγκ και φεύγουν με λιμουζίνα για τη διπλανή Πολιτεία.
Η αείμνηστη λαίδη Μάργκαρετ Θάτσερ το είχε πει περίπου έτσι: "ο σοσιαλισμός τελειώνει όταν τελειώσουν τα λεφτά των άλλων".
Στην περίπτωση της Νέας Υόρκης δεν χρειάστηκε καν να τελειώσουν. Άρκεσε το χαστούκι της απλής διαπίστωσης: μπορούν να φύγουν λίγο παραδίπλα, με μια αλλαγή έδρας, ένα νέο μισθωτήριο και λίγη ψυχρή αριθμητική. Τόσο απλά. Τόσο πεζά. Τόσο εκνευριστικά για εκείνους που πιστεύουν ότι η οικονομία υπακούει σε συνθήματα.
Το πιο αποκαλυπτικό σημείο είναι ότι ακόμη και οι κήρυκες της υπερφορολόγησης κατάλαβαν κάτι απλό: οι φορολογούμενοι δεν είναι δεμένοι σε καρέκλα. Ούτε είναι υποχρεωμένοι να μένουν αιώνια εκεί όπου το πολιτικό προσωπικό αποφασίζει να τους μετατρέψει σε φορολογικά μουλάρια.
Στο 2026 το κεφάλαιο μετακινείται ταχύτερα από ποτέ. Με το πάτημα ενός πλήκτρου. Οι εταιρείες αλλάζουν πολιτεία, χώρα ή ήπειρο χωρίς συναισθηματισμούς. Ο φορολογούμενος δεν ψηφίζει με πανό. Ψηφίζει πρώτα με ψηφοδέλτιο, και αν αυτό δεν δουλέψει, με relocation services.
Κι η Νέα Υόρκη θα έπρεπε να το ξέρει αυτό καλύτερα από όλους. Αυτή είναι η ίδια πόλη που έχει δει επιχειρήσεις και εύπορους κατοίκους να δραπετεύουν προς τη Φλόριντα και το Τέξας. Αλλά πήγε να την ξαναπατήσει από ιδεολογικό πείσμα.
Αν ο ταλαντούχος σοσιαλιστής δήμαρχος Μαμντάνι δεν έκανε πίσω, θα ρίσκαρε να μείνει δήμαρχος μιας πόλης όπου θα αυξάνονταν οι ανάγκες ενώ θα μειωνόταν η φορολογική ύλη που τις χρηματοδοτεί. Περισσότερες απαιτήσεις από τον δημόσιο κορβανά, λιγότεροι φόροι για να τον γεμίζουν. Δηλαδή η κλασική συνταγή της σοσιαλιστικής χρεοκοπίας, αλλά με καλύτερο skyline.
Κάπου εδώ κολλάνε και τα δικά μας. Από την κωλοτούμπα Τσίπρα μέχρι τις ιδέες Ανδρουλάκη για "ένα μισθό δώρο" στο Δημόσιο, η συνταγή είναι ίδια: δημόσια ευαισθησία, ανοιχτό χέρι και πάντα ένας άλλος να πληρώνει τον λογαριασμό. Έτσι είναι οι γνήσιοι σοσιαλιστές, ρε παιδί μου. Κάνουν μεγάλα δώρα με τα λεφτά των άλλων.
Γιατί τελικά κάποιος πρέπει να πληρώνει για όλες αυτές τις "δωρεάν" υπηρεσίες. Κι όταν κυνηγάς αυτούς που τις πληρώνουν, στο τέλος μένεις αντιμέτωπος με άδεια γραφεία και μαγαζιά, πεσμένες αξίες ακινήτων, μειωμένα φορολογικά έσοδα, και μετά αναρωτιέσαι γιατί δεν βγαίνει ο λογαριασμός.
Το γελοίο της υπόθεσης στα δικά μας είναι ότι εκείνοι που χειροκροτούσαν ξέφρενα πριν λίγες μέρες, τώρα κάνουν ότι δεν άκουσαν τίποτα. Χάθηκαν οι διθύραμβοι. Εξαφανίστηκε η "δικαιοσύνη". Ξεχάστηκε η γενναία φορολογική επιδρομή. Έμεινε μόνο αμηχανία.
Ας μάθουν λοιπόν ένα βασικό μάθημα. Η πραγματικότητα έχει μία πολύ άσχημη συνήθεια: γελοιοποιεί όποιον μπερδεύει την οικονομία με φοιτητική συνέλευση.
Και μένει το ερώτημα: αν ακόμα κι η τρανή Νέα Υόρκη σκιάχτηκε όταν τα λεφτά των "άλλων" κοίταξαν προς το New Jersey, πόσο μυαλό χρειάζεται για να καταλάβουμε ότι η ευημερία δεν χτίζεται τιμωρώντας αυτούς που την πληρώνουν;
agissilaos@gmail.com
Subscribe to:
Post Comments (Atom)
No comments:
Post a Comment