Wednesday, 20 May 2026

ΠΟΝΤΟΣ

Και μια μικρή ιστορία για να θυμόμαστε τι τράβηξαν οι γονείς μας. Την έλεγαν Σοφία Ιωαννίδου. Στην Αργυρούπολη του Πόντου ήταν μαία. Δεν είχε σπουδάσει σε πανεπιστήμιο. Την είχαν μάθει οι γριές γυναίκες του χωριού. Να πιάνει τον σφυγμό. Να ξεχωρίζει τον πυρετό από τον φόβο. Να ακούει την ανάσα της εγκύου και να καταλαβαίνει αν το παιδί θα ζήσει. Στον Πόντο είχε ξεγεννήσει πάνω από διακόσια παιδιά. Στην Ελλάδα έφτασε με ένα κάρο και δύο ορφανά ανίψια. Στην Κοκκινιά δεν την περίμενε κανείς. Τους πρόσφυγες τούς είχαν ρίξει σε λασπωμένα χωράφια με τσίγκους και κουβέρτες του στρατού. Τον χειμώνα το νερό έμπαινε μέσα στις παράγκες. Το καλοκαίρι μύριζε υγρασία, ιδρώτας και πετρέλαιο. Τα βράδια άκουγες γυναίκες να γεννούν πίσω από κουρελιασμένες κουρτίνες. Και πολλές φορές άκουγες μετά σιωπή. Η Σοφία άρχισε να πηγαίνει από παράγκα σε παράγκα. Δεν ζητούσε χρήματα. Ζητούσε μόνο σαπούνι. «Να πλένετε τα χέρια σας», έλεγε. Οι γυναίκες γελούσαν. «Με τι νερό, κυρά-Σοφία;» Κουβαλούσε πάντα μαζί της ένα μικρό ξύλινο κουτί. Μέσα είχε ψαλίδι, καθαρές λωρίδες υφάσματος, λίγο οινόπνευμα και μια εικόνα της Παναγίας Σουμελά. Πριν ακουμπήσει τη γυναίκα, φιλούσε την εικόνα. Το 1928 ήρθε μεγάλη επιδημία δυσεντερίας στους προσφυγικούς συνοικισμούς. Παιδιά πέθαιναν μέσα σε λίγες ώρες. Οι άντρες έλειπαν στα λιμάνια και στα εργοστάσια. Οι γυναίκες έμεναν μόνες. Η Σοφία περπατούσε όλη μέρα μέσα στις λάσπες. Άλλοτε ξεγεννούσε. Άλλοτε έκλεινε μάτια νεκρών παιδιών. Άρχισε να βήχει αίμα. Δεν σταμάτησε. Ένα βράδυ του Νοέμβρη χτύπησαν την πόρτα της παράγκας της. «Κυρά-Σοφία, έλα γρήγορα. Η μικρή της Ευδοκίας πεθαίνει.» Πήγε τρέχοντας. Το παιδί έκαιγε από τον πυρετό. Η μάνα έκλαιγε γονατιστή στο χώμα. Η Σοφία έβαλε το χέρι στο μέτωπο του παιδιού. Μετά κοίταξε τη μάνα. «Άκουσέ με καλά», είπε. «Αν φοβηθείς, θα πεθάνει πριν πεθάνει.» Όλη νύχτα άλλαζε βρεγμένα πανιά στο κεφάλι του παιδιού. Του ψιθύριζε ποντιακά νανουρίσματα. Λίγο πριν ξημερώσει, ο πυρετός έπεσε. Η μάνα έπεσε να της φιλήσει τα χέρια. Η Σοφία τα τράβηξε. «Όχι εμένα. Να μάθεις την κόρη σου γράμματα. Αυτό μόνο.» «Γιατί;» Η Σοφία κοίταξε έξω τη βροχή που έπεφτε πάνω στις παράγκες. «Γιατί εμείς χαθήκαμε επειδή άλλοι έγραφαν την Ιστορία κι εμείς μόνο τη ζούσαμε.» Από εκείνη τη μέρα άρχισε να μαζεύει κορίτσια τα απογεύματα. Τους μάθαινε καθαριότητα, γράμματα και πώς να φροντίζουν μωρά. Τους έλεγε: «Μια γυναίκα που ξέρει να διαβάζει δεν σώζει μόνο τον εαυτό της. Σώζει ολόκληρο σπίτι.» Το 1944, στα μπλόκα της Κατοχής, έκρυψε δύο τραυματισμένα παιδιά της Αντίστασης κάτω από σακιά με αλεύρι. Οι Γερμανοί μπήκαν στην παράγκα της. «Είσαι μόνη;» Η Σοφία στάθηκε όρθια. Μικροκαμωμένη. Με μαντήλι μαύρο και μάτια που είχαν δει ξεριζωμό, θάνατο και θάλασσα. «Μόνος γεννιέται ο άνθρωπος», είπε. «Μόνος πεθαίνει.» Οι στρατιώτες έφυγαν. Όταν πέθανε το 1965, στην κηδεία της ήρθαν εκατοντάδες γυναίκες. Άλλες κρατούσαν παιδιά. Άλλες εγγόνια. Πολλές είχαν γεννηθεί από τα χέρια της. Μια ηλικιωμένη γυναίκα άφησε πάνω στον τάφο της ένα μικρό σαπούνι κι ένα μολύβι. Και είπε μόνο: «Αυτά μας έμαθε. Να μένουμε καθαροί και όρθιοι.» Capt.Ευάγγελος Ν.Μ. Ρήγος. Founder & επ. Πρόεδρος IHA.

No comments:

Post a Comment